Αποφθέγματα, αφορισμοί, γνωμικά και σοφά λόγια που ανήκουν στον Νίκο Καζαντζάκη

Αποφθέγματα, αφορισμοί, γνωμικά και σοφά λόγια που ανήκουν στον Νίκο ΚαζαντζάκηΟ Νίκος Καζαντζάκης είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ποιητές και πεζογράφους. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1883 και πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας το 1957. Μεταφέρθηκε όμως και θάφτηκε στη γη της αγαπημένης του Κρήτης. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στο Κολλέγιο των Παρισίων.Αποφθέγματα, αφορισμοί, γνωμικά και σοφά λόγια που ανήκουν στον Νίκο Καζαντζάκη

Υπήρξε τύπος ασκητικός, με ηρωικό υπόβαθρο. Κυνήγησε το ωραίο, το υψηλό, το ανθρώπινο και αναζήτησε τη λύτρωση. Για τη λύτρωση δεν πιστεύει στον “υπεράνθρωπο” του Νίτσε, αλλά σε ένα “μεσσία”: το Χριστό, το Βούδα, το Λένιν. Τελικά, η λύτρωση δεν ήλθε και η αναζήτηση του δε βρήκε τέλος.

 

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε από νωρίς και καλλιέργησε όλα τα είδη του γραπτού λόγου. Ένα μεγάλο μέρος παραγωγής του καταλαμβάνουν οι ταξιδιωτικές αναμνήσεις του από τις χώρες που επισκέφτηκε. Ταξίδεψε σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και στις περισσότερες της Ασίας. Το ύφος του στα έργα του είναι ρωμαλέο, η πλοκή συναρπαστική και η έμπνευση μεγαλειώδης. Έλαβε έπαινο στον Παντελίδειο δραματικό διαγωνισμό και βραβείο στο Λασσάνειο δραματικό διαγωνισμό. Πολλά θεατρικά του έργα διδάχτηκαν από σκηνής, άλλα έγιναν κινηματογραφικά σενάρια και δύο, “Ο πρωτομάστορας” και ο “Κωνσταντίνος Παλαιολόγος”, μελοποιήθηκαν από το συνθέτη Μανόλη Καλομοίρη. Έργα του μεταφράστηκαν σε περισσότερες από 30 γλώσσες.

Προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ, αλλά δεν το πήρε, διότι δεν είχε καμία υποστήριξη. Για τον ίδιο λόγο δεν έγινε ούτε Ακαδημαϊκός. Δεν τιμήθηκε, ενώ το άξιζε. Έφυγε πικραμένος.

94 διάσημα αποφθέγματα και γνωμικά του Νίκου Καζαντζάκη

Μωρέ, τον αντρειωμένο μην τον κλαις, όσο κι αν αστοχήσει!
Κι αν αστοχήσει μια και δυο, πάλε θα ζώσει τ’ άρματά του,
πάλε θα βάλει το σκουφί στραβά, τον κατηφέ στο αυτί του
και πάλε οι φίλοι του θα θρονιαστούν στα πλούσια του τραπέζια!
(από την «Οδύσσεια»)

Νίκος Καζαντζάκης

 

Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε.

 

Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος.

 

Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά.

 

Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα.

 

Υπάρχει στον κόσμο τούτον ένας μυστικός νόμος – αν δεν υπήρχε, ο κόσμος θα ‘ταν από χιλιάδες χρόνια χαμένος – σκληρός κι απαραβίαστος: το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάται.

 

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!

 

Ολάνθιστος γκρεμός της γυναικός το σώμα.

 

Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;

 

Όσο υπάρχουν παιδιά που πεινούν, Θεός δεν υπάρχει!
(«Οι Αδερφοφάδες»)

 

Τα τετραθέμελα του κόσμου τούτου: ψωμί, κρασί, φωτιά, γυναίκα.

 

Αν μπορείς κοίταξε τον φόβο κατάματα και ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει.
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

 

H καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες – φύσηξε, Χριστέ μου, να γίνουν πεταλούδες!

 

Το ψέμα είναι ανανδρία.

 

Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

 

Tι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο.

 

Η Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα.
(από συνέντευξη στη Γαλλική Ραδιοφωνία, στις 6 Μαΐου 1955)

 

Δεν τον φοβάμαι το Θεό, αυτός καταλαβαίνει και συχωρνάει. Τους ανθρώπους φοβάμαι. Αυτοί δεν καταλαβαίνουν και δε συχωρνούν.
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

READ  Ευχές για χαρούμενη Πέμπτη και Καλημέρα με χαμόγελα, σας εύχομαι.(εικόνες)

 

Οι μισές δουλειές, οι μισές κουβέντες, οι μισές αμαρτίες, οι μισές καλοσύνες έφεραν τον κόσμο στα σημερινά χάλια. Φτάσε, μωρέ άνθρωπε, ως την άκρα, βάρα και μη φοβάσαι! Πιο πολύ σιχαίνεται ο Θεός το μισοδιάολο παρά τον αρχιδιάολο!
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Αφεντικό σε συμπαθώ πάρα πολύ. Έχεις τα πάντα εκτός από λίγη τρέλα και όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται λίγη τρέλα… Αλλιώς δεν μπορεί να σπάσει το σκοινί και να ελευθερωθεί.
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα.
Πολλά κεφάλια θα σπάσουν.
Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

 

Είπα στη μυγδαλιά: «Αδερφή, μίλησέ μου για το Θεό». Κι η μυγδαλιά άνθισε.
(«Ο Φτωχούλης του Θεού»)

 

Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο —ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο.
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

 

Η Κρήτη δεν θέλει νοικοκυραίους, θέλει κουζουλούς. Αυτοί οι κουζουλοί την κάνουν αθάνατη.

 

Σα δεν φτάσει ο άνθρωπος στην άκρη του γκρεμού, δεν βγάζει στην πλάτη του φτερούγες να πετάξει.

 

Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος.

 

Η φυγή δεν είναι νίκη, τ’ όνειρο είναι τεμπελιά, και μόνο το έργο μπορεί να χορτάσει την ψυχή και να σώσει τον κόσμο.
(από το «Συμπόσιο»)

 

Ποτέ οι Έλληνες δε δούλεψαν την τέχνη για την τέχνη· πάντα η ομορφιά είχε σκοπό να υπηρετήσει τη ζωή. Και τα σώματα τα ήθελαν οι αρχαίοι όμορφα και δυνατά, για να μπορούν να δεχτούν ισορροπημένο και γερό νου. Κι ακόμα, για να μπορούν – σκοπός ανώτατος– να υπερασπίσουν το άστυ.

 

Εγώ κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβούμαι· όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει.
Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν υπογράφω!

 

Το βουνό ανήκει στο μοναστήρι. Το μοναστήρι ανήκει στο Θεό. Και ο Θεός ανήκει σε όλους.

 

Η ζωή είναι μπελάς, ο θάνατος δεν είναι. Ζωντανός άνθρωπος, ξέρεις τι θα πει; Ν’ αμολάς το ζωνάρι σου και να γυρεύεις καβγά.
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.
(«Ασκητική»)

 

Κάθε Έλληνας που δεν παίρνει, ας είναι και μια φορά στη ζωή του, μια γενναία απόφαση, προδίνει τη ράτσα του.
(«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»)

 

Aλίμονο σε όποιον ζει στην έρημο και θυμάται του κόσμου.

 

Από τα καλά κερδεμένα παίρνει ο διάολος τα μισά – από τα κακά κερδεμένα, παίρνει και το νοικοκύρη.

 

Η στερνή, η πιο ιερή μορφή θεωρίας είναι η πράξη.

 

Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του.
(«Καπετάν Μιχάλης»)

READ  Εικόνες Τοπ Για Τον Μήνα Νοέμβριο.!

 

Είδα κάποτε μια μέλισσα πνιγμένη μέσα στο μέλι και κατάλαβα.
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

 

Καλή ‘ναι η δικαιοσύνη, μα για τους αγγέλους —ο άνθρωπος ο κακομοίρης δεν αντέχει, θέλει έλεος…
Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα της Παράδεισος;

 

Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.

 

Η αιωνιότητα είναι ποιότητα, δεν είναι ποσότητα, αυτό είναι το μεγάλο, πολύ απλό μυστικό.

 

Θέλει, λέει, να ’ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!
(«Οι Αδερφοφάδες»)

 

Αυτό που θέλω ν’ αφήσω πίσω μου είναι ένα καμένο κάστρο. Τίποτ’ άλλο δε θέλω ν’ αφήσω.

 

Τι φοβερός ανήφορος από τον πίθηκο στον άνθρωπο, από τον άνθρωπο στον Θεό.
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

 

Πρέπει να χτυπούμε, να χτυπούμε τη μοίρα μας, ως ν’ ανοίξουμε πόρτα, να γλιτώσουμε!
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

 

Ρωμιοί είναι αυτοί, ανάθεμά τους! Αν δεν μας τύχαιναν στη στράτα μας, θα ’χε φάει τώρα η Τουρκιά τον κόσμο!
(ο πασάς στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»)Νίκος Καζαντζάκης

 

Η ευτυχία απάνω στη γης είναι κομμένη στο μπόι του ανθρώπου. Δεν είναι σπάνιο πουλί να το κυνηγούμε πότε στον ουρανό, πότε στο μυαλό μας. Η ευτυχία είναι ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας.
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

Ο Μουσολίνι είναι ο αρσενικός Βενιζέλος.

 

Τι με ρωτάς για την καρδιά του αμαρτωλού; Εγώ κατέχω την καρδιά του ενάρετου, κι είναι όλοι οι δαιμόνοι μέσα.

 

Ο άνθρωπος βιάζεται, ο Θεός δε βιάζεται.
(«Ο Τελευταίος Πειρασμός»)

 

Δεν είναι η λευτεριά πέσε πίτα να σε φάω. Είναι κάστρο, και το παίρνεις με το σπαθί σου. Όποιος δέχεται από ξένα χέρια τη λευτεριά, είναι σκλάβος.
(«Καπετάν Μιχάλης»)

 

Ο διάολος μπορεί και μπαίνει μονάχα στην Κόλαση, ο άγγελος μπορεί και μπαίνει μονάχα στην Παράδεισο. Ο άνθρωπος όπου θέλει!

 

Όλα μάταια, και μόνο η πράξη, σαν το κρασί, μας ξεγελάει και μας σηκώνει λίγο.
(από το «Συμπόσιο»)

 

Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη.
(«Ασκητική»)

 

Αν μια γυναίκα κοιμάται μοναχή, εμείς, όλοι οι άντρες, φταίμε. Όλοι θα ’χουμε την άλλη μέρα, στην κρίση του Θεού, να δώσουμε λόγο.
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Δεν υπάρχει βαρύτερη τιμωρία από τούτη, να απαντάς στην κακία με καλοσύνη.

 

Να ξέραμε αφεντικό τι λένε οι πέτρες, τα λουλούδια, η βροχή ! Μπορεί να φωνάζουν, να μας φωνάζουν, κι εμείς να μην ακούμε.
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»

 

Η αμαρτία πρέπει να ‘ναι ένα βουνό χοιρινό κρέας, να χωθείς μέσα, μια χαβούζα κρασί, να μπεις να κολυμπήσεις, κι όχι ένα μεζεδάκι!
«Καπετάν Μιχάλης»

 

Γλίτωσα από την πατρίδα, γλίτωσα από τους παπάδες, γλίτωσα από τα λεφτά, ξεκοσκινίζω… Λευτερώνουμαι, γίνουμαι άνθρωπος.

 

Θεός δεν είναι; Ό,τι του καπνίσει κάνει. Αν δεν μπορούσε να κάμει αδικίες, τι παντοδύναμος θα ’ταν;
(«Τελευταίος Πειρασμός»

 

Η ανώτατη αρετή δεν είναι νά’ σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.

 

Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ δε με νοιάζει.

 

Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν’ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα.

READ  Εικόνες Τοπ για τον Ιανουάριο.!

 

Να ‘σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.

 

Η δικιά μου εμένα Παράδεισο είναι ετούτη: μια μικρή μυρωδάτη καμαρούλα με παρδαλά φουστάνια και μοσκοσάπουνα κι ένα διπλόφαρδο κρεβάτι με σούστες, και δίπλα μου το θηλυκό γένος.
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Πάμε όξω φώναξε· κάτω από τ’ αστέρια, να μας βλέπει ο Θεός.
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

 

Εγώ, μη γελάσεις, αφεντικό, φαντάζουμαι το θεό απαράλλαχτο σαν και μένα. Μονάχα πιο αψηλό, πιο δυνατό, πιο παλαβό· κι αθάνατο.
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Δεν πειράζει πατέρα˙ τέλεψες το χρέος σου: γέννησες γιο ανώτερο σου˙ στάσου εδώ σημαδούρα˙ εγώ θα πάω πιο πέρα.
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

 

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!

 

Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου. Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!

 

Είχα μάθει πέντ’ έξι ρούσικες λέξεις, όσες μου χρειάζονταν στη δουλειά μου: «όχι, ναι, ψωμί, νερό, σε αγαπώ, έλα, πόσα».
(«Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Θεριό ’ναι η καρδιά του ανθρώπου. Θεριό ανήμερο… Χριστέ μου, μήτε εσύ μπόρεσες να τη μερώσεις…
(«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»)

 

Δεν έχουμε παρά μια μονάχα στιγμή στη διάθεσή μας. Ας κάνουμε τη στιγμή αυτή αιωνιότητα. Άλλη αθανασία δεν υπάρχει.
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)

 

Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.
(«Ασκητική»)

 

Άνθρωπος δεν είμαι; ‘Άνθρωπος, πάει να πει στραβός. Έπεσα κι εγώ με τα μούτρα στο λάκκο όπου κι οι μπροστινοί μου. Παντρεύτηκα. Πήρα την κατρακύλα. Έγινα νοικοκύρης, έχτισα σπίτι· έκαμα παιδιά. Βάσανα.
(από τον Αλέξη Ζορμπά)

 

Εγώ νομίζω πως άνθρωπος είναι αυτός που θέλει να ‘ναι λεύτερος· η γυναίκα δε θέλει να ‘ναι λεύτερη· είναι λοιπόν η γυναίκα άνθρωπος;
(δια στόματος Αλέξη Ζορμπά)

 

Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.

 

Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα.
(«Ασκητική»)

 

Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε΄ εμείς είμαστε οι αφέντες. Το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.
(«Ασκητική»)

 

Καβάλα απάνω σε ίσκινα άλογα τους ίσκιους κυνηγούμε·
ίσκιος κι ο θάνατος, και κυνηγάει τον ίσκιο της ζωής μας.

 

Κρασί δεν είναι, αδέρφια, η λευτεριά μήτε γλυκιά γυναίκα,
μήτε και βιος μες στα κελάρια σας μήτε και γιος στην κούνια·
έρμο τραγούδι ’ναι ακατάδεχτο και σβήνει στον αγέρα!
(από την «Οδύσσεια»)

 

Ω πολυφίλητο κορμί, το πιο κρουφό ‘σαι μονοπάτι.
(από την «Οδύσσεια»)

πηγή κειμένου

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *