Η Μεγάλη Εβδομάδα, μέσα από τα μάτια των ποιητών

Η Μεγάλη Εβδομάδα, μέσα από τα μάτια των ποιητών

Η Μεγάλη Εβδομάδα, μέσα από τα μάτια των ποιητών:

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα πριν το Πάσχα (από την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ μέχρι το Μ. Σάββατο) και ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει περισσότερες μέρες ή ώρες από τις άλλες εβδομάδες, αλλά γιατί τα γεγονότα όπου τελούνται και βιώνονται στους Ιερούς Ναούς είναι κοσμοσωτήρια για τον άνθρωπο!

  • Η Εκκλησία από την μεγάλη της φιλανθρωπία, για να μπορέσουν όσο είναι δυνατόν περισσότεροι πιστοί να συμμετέχουν στις Ακολουθίες, επέτρεψε από την αρχή της Μ. Εβδομάδας, να ψάλλεται ο Όρθρος της επόμενης ημέρας. (π.χ. την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας).

Η Μεγάλη Εβδομάδα, μέσα από τα μάτια των ποιητών:

«Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μια ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα» (Γ. Σεφέρης)

 

-Κική Δημουλά, «Η απαρηγορία»
(Μεγάλη εβδομάδα)

«Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα,
διορατικά μυρίζουν
όταν κάτι δεν πάει καλά,
κάτι απογοητεύει πάλι.

Η Μεγάλη Εβδομάδα,
όπως στάζει κερί και τάμα
στη θρησκόληπτη ανάμνηση,
στην άθεη απουσία.

Η Κυριακή του Νυμφίου,
όπως αναστατώνει,
βασίζεις δεν βασίζεις το Μεγάλο
στις αφίξεις.

Οι διάφοροι Νυμφίοι,
που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,
κάποια διήμερη εκδρομή,
κάποια ευκολότερη θρησκεία
που την ασπάζονται.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή
σε κάθε βήμα,
δπως κατασταλάζεις για το έθιμο,
έχουν δεν έχουνε ανθίσει οι απορίες.

Οι Πατέρες μας, γέροι στο σπίτι,
περιμένουν αυγά και τσουρέκι.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή,
τα περιστύλια της υπομονής,
τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις
τον ετήσιο Ιούδα,
πού αργεί να ‘ρθεί
από το ράφτη, απ’ τον κουρέα.
Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις
για να δεχθεί να σε προδίνει ανεξήγητα.

Της καμπάνας η Μεγάλη εξάντληση
κι η άπαρηγορία,
ο νηστικός της ήχος
όπως λιποθυμάει
στα εαρινά αρμόνια
των καθολικών απογευμάτων.

Μ.-Εβδομάδα-Πάσχα

Οι αργίες,
οι αργοπορίες,
οι αγριότητες,
όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας.

Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε
κι έφτιαξε τη ζωή του.

Η Μυροφόρος έλλειψις,
που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει.

Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων
τη Μεγάλη Εβδομάδα
και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια.

Η Αγία Επανάληψη,
η θαυματουργή,
η άχειροποίητος,
όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα,
θαμμένη
σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας,
σε κάποιο προγονό μας μέλλον.
Όπως την πιστεύω.
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, 1998)

Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη-eikones.top

– Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη:

 

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ
ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.
Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.

Μ. ΤΡΙΤΗ
ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.
Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.
Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ
ΟΛΟΕΝΑ ΟΙ ΚΑΚΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει
Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός
Και τώρα μαύρος αιώνας.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ
ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη-eikones.topΜ. ΠΕΜΠΤΗ, β
ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας

Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΣΑΝ ΝΑ ΜΟΝΟΛΟΓΩ, σωπαίνω.
Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής
Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ-eikones.topΜ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β
Αντίς για Όνειρο
ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΠΡΑΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ
ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΘΕΣΙΝΗ αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μου κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίματά μου
– της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια –
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, β
ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο
Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα
Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής
ψυχή μου.
(Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», εκδόσεις «ύψιλον / βιβλία», 1984).

-Τάκης Παπατσώνης, «Περί του Ξύλου»

«Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.»

πηγή

Αφήστε μια απάντηση