ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ἄν τά τελευταῖα λόγια ἑνός ἑτοιμοθανάτου μένουν βαθιά χαραγμένα στή μνήμη μου, πόσο περισσότεο δέν πρέπει νά μείνουν τά λόγια τοῦ θείου Λυτρωτοῦ.

Α) Πάτερ, ἄφες, αὐτοῖς οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι. Λόγια ἀνεξικακίας. Οἱ σταυρωτές τοῦ Ἰησοῦ δέν ξέρουν τί κάνοι, γιατί νόμισαν ὅτι μέ τήν σταύρωσή Του θά ἐκμηδενίζοταν τό ἔργο του.

Β)Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ . Λόγια ἐνθαρρυντικά. Ἄν συμμεριθῶ τά πάθος τοῦ Κυρίου θά ἀπολαῦσω καί τόν Παράδεισο.

Γ) Ἰδού ὁ υἱός σου. Ἰδού ἡ μήτηρ σου. Λόγια ἀγάπης. Ὁ θεῖος Ἐσταυρωμένος χαρίζει στούς ἀνθρώπους, ὅ, τι πολυτιμότερο τοῦ ἀπέμεινε.

Δ)Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλειπες; Λόγια στεναγμοῦ. Ὁ Ἰησοῦς σάν τέλειος ἄνθρωπος προτρέχει στόν Θεό στό κορύφωμα τοῦ πόνου του.

Ε) Δ ι ψ ῶ. Λέξεις αἰτήσεως. Διψᾶ γιά ψυχές. Μέ τατεινοφροσύνη ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία του.

ΣΤ)Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθημι τό πνεῦμα μου. Λόγια ἐγκαταλείψεως στόν Θεό. Αὐτά νά εἶναι καί τά δικά μου τελευταῖα λόγια.

Ζ) Τετέλεσται. Λέξεις θριάμβου. Τελείωσε ἡ ζωή του. Τελείωσε ἡ ἀποστολή του.

Θεῖε Ἐσταυρωμένε, εἶσαι ὁ μαγνητικός πόλος τῶν ψυχῶν, τράβηξέ με κοντά σου γιά νά βρῶ τώρα τή γαλήνη τῆς ψυχῆς μου καί ἀργότερα νά δῶ τίς ἔνδοξες πληγές σου.

 

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΥΤΡΩΤΟΥ

«Καί ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε: Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς» (Λουκ. 23, 34)

Ἄν τά λόγια ἑνός ἑτοιμοθάνατου ἀγαπητοῦ προσώπου μένουν βαθιά χαραγμένα στή μνήμη μου καί ἡ τελευταία του ἐπιθυμία μένει γιά μένα Ἱερή ἀνάμνησι καί σεβαστή παρακαταθήκη, πόσο περισσότερο δέν πρέπει νά μείνουν σεβαστά κι ἀγαπητά, σάν Ἱερή παράδοσι τά λόγια Ἐκείνου, πού θυσιάστηκε γιά μένα, Ἐκείνου πού τίς τελευταῖες στιγμές τῆς μαρτυρικῆς Του ζωῆς, ὅταν βρισκόταν κρεμασμένος μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς, εἶπε ἑπτά μόνον λόγια, πού οἱ εὐσεβεῖς γυναῖκες καί ὁ ἀγαπημένος μαθητής Του Ἰωάννης, ἀνέφεραν πιστά. Αὐτά τά λόγια πρέπει νά εἶναι γιά μένα Ἱερός ἑπτάλογος καί Ἱερή παρακαταθήκη καί νά μείνουν σεβαστά, παντοτινά χαραγμένα στή μνήμη μου, συνηθισμένο θέμα τῆς μελέτης μου, γιατί βγῆκαν ἀπό τό στόμα Ἐκείνου, πού τόσο μέ ἀγάπησε, ὥστε ἔδωσε καί τή ζωή Του γιά μένα, χύνοντας τό αἷμα Του ὡς τήν τελευταία σταγόνα πάνω στό ἀτιμωτικό ξύλο τοῦ Σταυροῦ.

Αὐτά τά λόγια, λόγια ἀνεξικακίας καί ἀγάπης, λόγια μακροθυμίας καί ἐλέους, δωρεᾶς καί συμπόνιας, στεναγμοῦ καί ταπεινοσύνης, ἐπιθυμίας καί ἀνάγκης, ἀγωνίας καί ἐλπίδος, χαρᾶς καί ἡρωισμοῦ, θά μελετήσω σήμερα γιά νά τά κάνω καί δικά μου λόγια τήν ὥρα τῆς δοκιμαοἱας καί τοῦ πόνου.

Ι

Ὁ Ἰησοῦς εἶχε ὑποστῆ τή μαρτυρική ἀγωνία στόν κῆπο τῶν Ἐλαιῶν, τίς ὕβρεις, τίς μαστιγώσεις, τούς ἐμπαιγμούς, τά ραπίσματα, τούς ἐμπτυσμούς, τόν ἀγκάθινον στέφανον καί βρισκόταν καρφωμένος πάνω στό ἀτιμωτικό ξύλο τοῦ σταυροῦ, παρατημένος ἀπό ὅλους, χωρίς καμιά ἀνακούφισι ἡ ἐνθάρρυνσι γιά τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο. Νόμιζε κανείς ὅτι τουλάχιστο τώρα, στήν ἀξιοθρήνητη θέσι Του, πάνω στό σταυρό, θά συγκινοῦσε τίς καρδιές τῶν Φαρισαίων, τῶν Γραμματέων καί τῶν Ἀρχόντων τοῦ λαοῦ. Κάθε ἄλλο ὅμως. Αὐτοί, βλέποντας τόν ἔτσι ταπεινωμένο, Τοῦ φώναζαν «Ἔ, σύ, πού καυχόσουν νά καταστρέψης τό ναό καί νά τόν ξανακτίσεις σέ τρεῖς μέρες, σύ, πού ἔδινες τό σημεῖο αὐτό γιά ἔνδειξη τῆς θεϊκῆς σου καταγωγῆς, δέ σοῦ ζητᾶμε τόσο μεγάλο θαῦμα. Μόνο, ἄν εἶσαι υἱός τοῦ θεοῦ, κατέβα ἀπό τό σταυρό καί τότε μεῖς θά πιστεύσουμε».

Ὁ Ἰησοῦς, πού ἄκουε μέ ὑτομονή καί μεγαλοψυχία αὐτές τίς βλασφημίες καί ταπεινά δεχόταν ὅλες τίς προσβολές, σηκώνοντας ὑψηλά τά ἱκετευτικά βλέμματά του, εἶπε τά πρῶτα λόγια τῆς μελέτης μου: «Π ά τ ε ρ, ἄ φ ε ς α ὐ τ ο ῖ ς ο ὐ γ ά ρ ο ἴ δ α σ ι τ ί π ο ι ο ῦ σ ι » (Λουκ. 23, 34). «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, γιατί δέν ξέρουν τί κάνουν».

Καμιά θειότερη παράκλησι ἀπ’ αὐτή δέν ὑψώθηκε στόν οὐρανό ἀπό τόν καιρό πού ζοῦν ἄνθρωποι καί προσεύχονται. Δέν ἦταν προσευχή ἀνθρώπου, ἀλλά προσευχή Θεοῦ πρός Θεό, γιατί οἱ ἄνθρωποι δέν ξέρουν νά συγχωρέσουν οὔτε τήν ἁγνότητα στούς ἁγνούς, οὔτε τή δικαιοσύνη στούς δικαίους.

«Ἄφες αὐτοῖς», ὤ λόγια μακροθυμίας καί ἀγάπης! “Ὤ θεϊκά λόγια, πού ἔπειτα ἀπό εἴκοσι αἰῶνες δέ θά κουραστῶ ν’ ἀκούω. Λόγια παρηγορητικά, πού θά γεμίζουν τήν ψυχή μέ γαλήνη καί χαρά.

Ὁ καρδιογνώστης Κύριος προγνώριζε τήν κατάσταοἱ μου, γι’ αὐτό παρεκάλεσε τόν οὐράνιό Του Πατέρα νά μοῦ συγχωρέση, γι’ αὐτό πρόφερε τά συμφιλιωτικά αὐτά λόγια, τά γεμάτα ἀνεξικακία καί ἀγάπη.

Ὅταν κανείς γιά πρώτη φορά ἀκούει τά λόγια «ἄφες αὐτοῖς» καί δέν ἐμβαθύνει στήν ἔννοια, ἀνησυχεῖ καί διερωτᾶται· «Πῶς ὁ Ἰησοῦς λέγει ὅτι οἱ δήμιοί του καί οἱ ὑβριστές του δέν ξέρουν τί κάνουν; Δέν ἤξεραν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἀθῶος, μεγάλος εὐεργέτης, ξακουστός προφήτης καί ὅτι αὖτοι ἦταν δόλιοι, σκληροί, ὑποκριτές, συκοφάντες; Πῶς ὁ Ἰησοῦς λέγει ὅτι δέν ξέρουν τί κάνουν;».

Ὁ Ἰησοῦς εἶχε δίκαιο. Οἱ δήμιοί του, οἱ Φαρισαῖοι καί ὁ λαός δέν ἤξεραν τί κάνουν. Ἦταν περισσότερο τυφλοί παρά διεστραμμένοι. Νόμιζαν ὅτι θά ἐκμηδενίσουν τίς ἐπαγγελίες τοῦ Μεσσία καί θά διέλυαν τή βασιλεία του, τήν στιγμή πού οἱ ἴδιοι συνέτειναν στήν καθίδρυσί της. Δέν ἤξεραν ἐκεῖνο πού ἔκαναν, γι’ αὐτό καί ὁ μακρόθυμος Κύριος ζητά νά τούς συγχωρέση ὁ οὐράνιός Του Πατέρας. «Ἄφες αὐτοῖς». Ἡ ἀμάθεια τῶν ἀνθρώπων, παρατήρησε ἕνας συγγραφεύς, εἶναι τόσο ἀπέραντη, ὥστε οἱ λιγώτεροι εἶναι ἐκεῖνοι πού ξέρουν πραγματικά τί κάνουν.(Παπίνι, Ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, σελ. 416)

Καί ἐγώ, κάθε φορά πού προσβάλλω τή θεία δικαιοσύνη, δέν ξέρω τί κάνω. Ἀποτυφλώνομαι ἀπό τίς προκαταλήψεις μου, τίς ἀμφιβολίες μου, τούς δισταγμούς μου στήν πίστι παρασύρομαι ἀπό τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες μου. Τά λόγια τοῦ Χριστοῦ εἰπώθηκαν καί γιά μένα. Σέ εὐχαριστῶ, θεῖε Διδάσκαλε, γιά τήν ἄκρα αὐτή ἀνεξικακία Σου, γιατί θέλησες νά πεῖς καί γιά μένα τό «ἄφες αὐτοῖς». Τώρα πού σέ βλέπω καρφωμένο πάνω στό Σταυρό γιά νά μέ ἐξαγοράσης, τώρα πού ἄκουσα τή θεϊκή Σου ἐπίκλησι, νοερά γονατιστός στά ἄχραντά Σου πόδια, Σοῦ ὑπόσχομαι νά φυλάξω τό νόμο σου. Κι ἄν καμιά φορά παρακούσω τίς ἐντολές Σου θά εἶναι ἀπό ἄγνοια καί ἀδυναμία κι ὄχι ἀπό κακή θέλησι καί σκληροκαρδία.

ΙΙ

Ἀνάμεσα σέ κεῖνους, πού λασφημοῦσαν τό Χριστό ἦταν καί δυό ληστές, πού ἕνωναν τήν κακία τους στήν κακία τοῦ πλήθους. Δυό ἔνοχοι ληστές, πού οἱ Ρωμαῖοι σταύρωσαν δεξιά κι ἀριστερά τοῦ σταυρσῦ τοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτοί δέν ἔπαυαν νά ὑβρίζουν τόν Ἰησοῦ. Μόλις ὅμως ὁ Χριστός πρόφερε τά λόγια τῆς ἀνεξικακίας, ὁ ληστής, πού βρισκόταν στά δεξιά ἀλλάξε σά νά τοῦ ρίχτηκε ἕνας δυνατός προβολέας στά βάθη τῆς ψυχῆς του καί εἶδε ὅλη τή δική του ἀθλιότητα καί τή δικαιοσύνη Ἐκείνου, πού βρισκόταν σταυρωμένος κοντά του. Μέ ἐπιβλητικό τόνο ἄρχισε νά ἐπιπλήττη τόν συγκατάδικό του λέγοντας: «Δέ φοβᾶσαι σύ τόν Θεό. Μεῖς δίκαια ἀπόλαμβάνομε γιά ὅσα πράξαμε, ἀλλά ὁ Δίκαιος αὐ- τός τί πταίει;» Καί γυρνώντας στό Χριστό ἔλεγε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Συγκινημένος ὁ Χριστός ἀπ’ αὐτή τήν ὁμολογία στρέφεται καί τοῦ λέει: «Σ ή μ ε ρ ο ν μ ε τ’ ἐ μ ο ῦ ἔ σ ῃ ἐν τ ῷ π α ρ ά δ ε ί σ ῳ» (Λουκ. 23, 43). Αὐτά εἶναι τά δεύτερα λόγια ἀπό τόν ἑπτάλογο τοῦ Χριστοῦ. Μέ τά λόγια αὐτά ὁ ληστής ἔγινε δίκαιος καί ληστής, ὡς τό τέλος γιατί κατά τήν ἔκφρασι τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ἔκλεψε κι αὐτόν τόν Παράδεισο.

«Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ», ἔπειτα ἀπό τά λόγια τῆς ἀνεξικακίας καί τῆς ἀγάπης ἔρχονται τά λόγια τῆς παρηγοριᾶς καί τῆς ἐλπίδος. Λόγια ἐνθαρρυντικά καί παρήγορα γιατί ἔπειτα ἀπό τίς μεγάλες στερήσεις καί δοκιμασίες ἔρχονται νά γλυκάνουν τούς πόνους καί νά ἱκανοποιήσουν τούς πόθους μου. Σήμερα, λέγει ὁ Χριστός. Σήμερα, χωρίς ἀναβολή. Ὄχι ἀργότερα, ἀλλά τώρα σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι σήμερα κιόλας θά ἀπολαύσης τήν εὐτυχία τοῦ Παραδείσου. Αὐτή εἶναι ἡ ἐλπίδα καί ἡ παρηγοριά τοῦ χριστιανοῦ. Παρευθύς μετά τή ζωή αὐτή νά χαρῆ τόν Παράδεισο.

Ἡ ζωή εἶναι σκληρή δοκιμασία, ἀλλ’ ἔχω τήν ἀλάνθαστη ὑπόσχεσι τοῦ Λυτρωτοῦ μας ὅτι ἄν συμμορφώνω τή ζωή μου σύμφωνα μέ τό νόμο του, σύντομα μιά μέρα θά χαρῶ μαζί του τήν αἰώνια βασιλεία Του.

Τήν ὥρα λοιπόν τῆς δοκιμασίας, ὅταν ὁ πόνος μέ συντρίβη καί τά καυτερά δάκρυα τρέχουν τίς παρειές μου, θά σκεφθῶ τά παρηγορητικά λόγια τοῦ θείου Ἐσταυρωμένου. «Σήμερα μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ». Σύντομα θά λάβω τό μισθό μου. Τά δάκρυα τοῦ πόνου, ἀναμεμιγμένα μέ τά λόγια τῆς μετανοίας, θά μοῦ ἐξασφαλίσουν τή δόξα τοῦ Παραδείσου.

ΙΙΙ

Ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐλπιδοφόρο ὑποσχεσι στό ληστή καί βυθίστηκε στήν ἀγωνία τῆς σιωπῆς καί τοῦ πόνου. Οἱ στρατιῶτες στά γύρω τοῦ Σταυροῦ μοίραζαν τά ἐνδύματά Του καί φιλονικοῦσαν ποιός θά πάρη τά καλύτερα. Στό διάστημα αὐτό μερικά πιστά κι ἀφοσιωμένα πρόσωπα πλησίασαν στό Χριστό Ἐσταυρωμένο. Ὁ Ἰησοῦς διέκρινε τήν Παρθένο Μαρία, τή Μητέρα του, καί τόν πολυαγαπημένο μαθητή Του Ἰωάννη. Μέ φωνή ἀδύνατη, τόσο γιά ν’ ἀκουσθεῖ στά ἀγαπημένά του πρόσωπα, λέγει στή μητέρα του: «Γ ύ ν α ι, ἰ δ ο ύ ὁ υ ἱ ό ς σ ο υ » καί γυρνώντας στό Ἰωάννη προσθέτει: «Ἰ δ ο ύ ἡ μ ή τ η ρ σ ο υ » (Ἰωάνν. 19, 26).

Λόγια παράξενα καί συμβολικά, ζωντανή ἔκφρασις θείας προσφορᾶς καί γενναιοδωρίας. Ἡ καρδιά τοῦ Χριστοῦ καί σ’ αὐτή τήν κατάσταση, πού βρισκόταν δέν ἔπαυσε νά εἶναι ἡ πιό τρυφερή καί στοργική καρδιά ἀπό ὅλες τίς καρδιές τῶν ἄνθρωπων. Ἀπό τό ὕψος τοῦ Σταυροῦ Του εἶδε ὁ Χριστός τή Μητέρα του καί τό Μαθητή Του καί τούς εὐσπλαχνίσθηκε. Συλλογίστηκε ὅτι μετά τό θάνατό του ἡ ἡρωική μητέρα Του θά ἐπέστρεφε μόνη της στήν Ἱερουσαλήμ καί ὁ ἀγαπημενός Του μαθητής δέ θά εἶχε πιά τό ἀναπαυτικό στῆθος τοῦ Διδασκάλου γιά νά πῆ τόν πόνο του. Εἶδε πόσο θά ἦταν ὀδυνηρό στή Μητέρα Του νά ἔμενε χωρίς παιδί καί στό μαθητή νά ἔμενε χωρίς διδάσκαλο, γι’ αὐτό θέλησε νά πληρώση αὐτό τό κενό. Ἦταν σά νά ἔλεγε: «Μητέρα θά μείνης μόνη σέ λίγο, ἀλλά δέ θέλω νά μείνης ἀπροστάτευτη. Δέ θέλω νά κλαῖς χωρίς νά ἔχεις δίπλα σου ἕνα παρηγορητή. Βλέπεις κοντά τόν ἀγαπημένο μου μαθητή, σοῦ τόν δίνω στή θέσι μου. Βέβαια δέν μπορεῖ νά σέ περιβάλη μέ τά δικά μου Θεανδρικά αἰσθήματα, ἀλλά τουλάχιστο δέ θά μείνης μόνη. Δέξου τό μαθητή μου γιά προστάτη σου».

Καί σύ, ἀγαπημένε μαθητή μου, δέ θά ἔχεις πιά τό στῆθος τοῦ Διδασκάλου γιά ν’ ἀκουμπήσης, οὔτε θ’ ἀκοῦς πιά ἀπό τό στόμα μου θεϊκά λόγια, πάρε ὅμως τή Μητέρα μου γιά συμβουλό σου καί προσπάθησε νά τήν ἀγαπᾶς, ὅπως τήν ἀγαπησα ἐγώ».

Ὦ λόγια τρυφερῆς ἀγάπης καί συμπόνιας! Λόγια, πού ἀναφέρονται καί σέ μένα, γιατί γιά μένα εἶπε ὁ Χριστός:

«Ἰδού ἡ μήτηρ σου». Ὅσο κανείς μελετᾶ τά λόγια αὐτά τόσο βυθίζεται στόν ὠκεανό τῆς ἀγάπης, πού πλημμύρισε τήν τρυφερή καρδιά τοῦ Ἰησοῦ.

Τήν στιγμή πού ἡ ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων ἔφθασε στό κορύφωμά της, τήν ἴδια στιγμή ὁ πρᾶος Μαζωραῖος χάριζε στούς ἀνθρώπους ὅ,τι πολυτιμώτερο εἶχε στή γῆ, τή Μητέρα του.

ΙV

Ἀπό τήν ἕκτη ὡς τήν ἐνάτη ὥρα σκότος ἐκάλυψε τόν Γολγοθά καί τήν Ἁγία Πόλι. Ὁ ὄχλος φοβισμένος ἄρχισε ν’ ἀπομακρύνεται καί οἱ Φαρισαῖοι, ἔφευγαν σά σκιές διωγμένες ἀπό τή μεγάλη σκιά τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἥλιος, εἰκόνα τοῦ δίκαιου Θεοῦ Πατέρα, ἔκρυψε τό φῶς του, τόσο, πού καί στάς Ἀθήνας ἕνας σοφός εἶπε: «Σήμερον, ἤ Θεός πάσχει ἤ τό πᾶν ἀπώλετο». Ὁ Ἰησοῦς ἔμεινε βυθισμένος στή σιωπή ἀπό τό μέγεθος τοῦ πόνου. Ἔπειτα ἀπό τρίωρη ἀγωνία ἀνασηκώνει τήν καταματωμένη κεφαλή Του, ὑψώνει τά μάτια του στόν οὐρανό καί φωνάζει: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλειπες» (Ματθ. 27, 46). Ἦταν τό κύκνειο ἄσμα, τό κορύφωμα τοῦ πόνου, ἡ κραυγή τοῦ σπαραγμοῦ τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἦταν ὁ τέταρτος λόγος Του.

Ἄν τά προηγούμενα λόγια ἦταν παράξενα καί ἀκατανόητα δέν εἶναι ὀλιγώτερο ὁ τέταρτός Του λόγος. Γιατί ὁ Ἰησοῦς λέγει τέτοια μεμψίμοιρα λόγια; Μήπως ἐπαναστατεῖ ἐνάντιον τοῦ Πατέρα Του; Μήπως δυσανασχετεῖ γιά τήν κατάντια του; Γιατί παραπονεῖται; Δέν εἶναι ὁ Ἴδιος, πού εἶπε προτήτερα στό Κῆπο τῶν Ἐλαιῶν: «Γενηθήτω τό θέλημά σου» καί ἦταν πρόθυμος νά πιῆ τό πικρό ποτήρι τοῦ θανάτου; Γιατί τώρα ὁ Ἰησοῦς παραπονεῖται ὅτι τόν ἐγκατέλειψαν ὡσάν νά μήν ἦταν υἱος τοῦ Θεοῦ;

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός στό Σταυρό ἦταν τό θύμα, πού ἔπρεπε νά ἐξιλέωση ὅλες τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖνος ὁ ἄκακος ἀμνός τοῦ Θεοῦ, πού κατά τόν Προφήτη Ἠσαΐα «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησε, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ», δέχθηκε νά ἐμφανισθῆ στόν οὐράνιό Του Πατέρα φορτωμένος μέ τίς ἁμαρτίες μας. Ἡ θεϊκή Του φύσις γιά μιά στιγμή ἔπαυσε τήν ἀκτινοβολία Της καί, ὁ αἰώνιος Πατέρας γιά νά ἐξαλείψη στό πρόσωπό Του ὅλες τίς ἁμαρτίες τῶν ἄνθρωπων τόν ἐγκατέλειψε στόν Πόνο Του. Ἐκείνη τήν στιγμή ὁ Χριστός αἰσθάνθηκε τήν ἐγκατάλειψι αὐτή καί φώναξε: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλειπες». Ἡ φωνή αὐτή εἶναι εἴδους παραπόνου καί διαμαρτυρίας, ἄλλ’ ἐπειδή στρεφόταν μέ ὅλη τήν ἐλπίδα, τήν ἀγάπη, τήν πίστι καί τήν ὑπακοή στό Θεό γίνεται μιά προσευχή.

Ἀκόμη καί γιά ἕνα ἄλλο λόγο ὁ Ἰησοῦς εἶπε τά φαινομενικά λόγια ἀπελπισίας: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλειπες», γιατί ἤθελε νά γίνη καί δικό μου ὑπόδειγμα. Καί ἐγώ θά ἔχω στή ζωή μου ὧρες σκληρές, ὧρες ἀγωνίας πού θά βρεθῶ ἐγκαταλελειμμένος, περιφρονημένος, ταπεινωμένος καί γιά μένα θά σημάνη ἡ ὥρα τῆς σκληρῆς δοκιμασίας, πού δέ θά βρίσκω πουθενά στήριγμα. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καθένας μέ τή σειρά του, ἀκόμα καί κεῖνοι πού εὐεργέτησα καί ἀπό κείνους πού περιμένω μεγαλύτερη κατανόηση, ὅλοι θά μέ ἀπαρνηθοῦν καί θά μέ ἐγκαταλείψουν στήν τύχη μου.

Ὅταν λοιπόν θά βρεθῶ σέ παρόμοιες στιγμές, δέν ἔχω παρά νά σκεφθῶ τό Χριστό ἐπάνω στό Σταυρό. Ὁ Θεός δέ μοῦ ἀπαγορεύει νά ἐκφράσω τά παράπονά μου, ἀλλά θέλει νά τά ἐκφράσω σέ Κεῖνο, πού εἶναι ὁ μόνος ἱκανός νά μέ βοηθήσει. Ὅταν, μέ ταιτεινοφροσύνη καί αὐταπάρνησι, στρέφομαι στόν Θεό γιά νά Τοῦ πῶ, τόν πόνο μου τότε τά λόγιά μου δέν εἶναι ποτέ βλάσφημα, ἀλλά προσευχή.

«Θεέ μου, δέν παραιπονιέμαι γιατί ὑποφέρω, ἀλλά παραπονιέμαι γιατί μέ ἄφησες μόνο στόν πόνο μου, γιατί μοῦ ἀρνήθηκες τή δύναμη τῆς χάριτός Σου, πού κάνει νά γίνεται ἀγαπητός ὁ πόνος».

V

Ἐνῶ οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες προσπαθοῦσαν νά μάθουν τί ἤθελε νά πῆ ὁ Χριστός μέ τά λόγια: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλειπες», πού τά εἶπε στήν ἀραμαϊκή διάλεκτο· «Ἡλί, Ἡλι, λαμά σαβαχθανί», ὁ Ἰησοῦς πρόφερε κι ἄλλη παράξενη καί συβμολική λέξι. Μές τήν ἀγωνία τοῦ πόνου φώναξε: «διψῶ» (Ἰωάνν. 19, 28). Ἡ φωνή αὐτή, ἀδύνατη, ἀλλά ἐκφραστική, συνεκίνησε κι ἕνα ἀπό τούς στρατιῶτες, πού προθυμοποιήθηκε νά βουτήξη νά σφουγγάρι στό ξύδι καί μέ αὐτό νά βρέξη τά χείλη τοῦ Ἰησοῦ. Οἱ Χριστός, ἀφοῦ γεύθηκε, δέ θέλησε νά πιῆ.

Ὁ αἰώνιος ξεδιψαστής, πού στόλισε τίς κοιλάδες καί τά λαγκάδια μέ δροσερές πηγές καί πού τόσες φορές ἔσβησε τή δίψα τῶν ἄλλων, ὑπέφερε ἀπό μιά ἄσβεστη δίψα.

Ἡ δίψα του δέν ἦταν μόνο σωματική, ἀλλά καί ψυχική κι αὐτή προπάντων τυραννοῦσε τό μάρτυρα τοῦ Γολγοθᾶ. Δέ διψοῦσε τόσο γιά νερό, ὅσο γιά τήν κατάκτησι καί τή σωτηρία τῶν ψυχῶν.

Ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν ἤθελε νά πιῆ, γιατί ἐφώναξε «διψῶ»; Αὐτό τό ἔκανε καί γιά τό δικό μου παραδειγματισμό. Γιά νά μή διστάζω νά ζητῶ ταπεινά τή συνδρομή τῶν ἄλλων, γιατί, ὅπως τό κύμα χάνεται μέσ’ τό κύμα, ἔτσι κι ὁ πόνος μου θά χαθῆ μέσ’ στόν πόνο τῶν ἄλλων.

Νά λέγω βέβαια ταπεινά καί ὑπομονετικά, χωρίς ἀπαιτήσεις, τόν πόνο μου, ἀλλά καί νά ἀκούω τόν πόνο τῶν ἄλλων, πού εἶναι πόνος, πού ἠχεῖ πολλές φορές δυνατά στ’ αὐτιά μου καί γίνεται ὀχληρός, ἀλλά ποτέ δέν πρέπει νά μείνη περιφρονημένος. Δέ δικαιολογοῦμαι νά κωφεύω στή δυστυχία τοῦ ἄλλου, ἐκεῖνος πού ζητᾶ βοήθεια εἶναι ὁ Χριστός, πού φωνάζει «διψῶ».

Σήμερα οἱ φωνές αὐτές τῆς δίψας κάθε μέρα ἀκούονται πιό δυνατά καί γοερά. Διψῶ φωνάζει ὁ κατάκοπος ἐργάτης. Διψῶ ἐπαναλαμάνει ὁ ἔμπορος. Διψῶ τονίζει ὁ ὑπάλληλος. Διψῶ λέγει ὁ ἀγρότης. Διψῶ κλαυθμιρίζει τό παιδί. Διψῶ διαλαλεῖ ὁ σεισμόπληκτος. Κι ὅλοι διψοῦν. Διψοῦν ἀπό κοινωνική δικαιοσύνη, ἀπό ἀληθινή ἐλευθερία, ἀπό εἰρήνη, ἀπό προστασία, ἀπό περίθαλψι. Ὅλοι διψοῦν, γι’ αὐτόκ κι ἐγώ ἄς προσπαθήσω νά γίνω πηγή τῶν ἄλλων.

IV

Ὁ οὐρανός ἐξακολουθοῦσε νά συννεφιάζη. Βαριά ἀτμόσφαιρα καλύπτει τόν τόπο τοῦ Κρανίου. Σέ μιά στιγμή ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ ἀκούσθηκε δυνατή γιά νά προφέρη τήν ἕκτη φράσι : «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τό πνεῦμά μου» (Λουκ. 23, 46).

Πόσο εἶναι συγκινητικά κι ἅγια τά λόγια τοῦ Χριστοῦ! Ἐκφράζουν ὅλη τή δύναμι τῆς υἱικῆς του καρδιᾶς καί ἦταν ἱκανά νά ἐλευθερώσουν τή θεότητα ἀπό τή σάρκα. Φωνάζει μέ δυνατή φωνή γιά ν’ ἀκούσουν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι στή σταύρωσί Του, ὅτι πραγματικά ἀποθνήσκει. Ὁ ἀθάνατος ἀποθνήσκει γιά τούς θνητούς. «Πάτερ», φωνάζει, γιά ν’ ἀποδείξη σέ ὅλους τή θεότητά του, ὅτι αὐτίς εἶναι ἀληθινά υἱός τοῦ Θεοῦ καί δέ διστάζει νά καλέση τό Θεό, Πατέρα του.

Ἐνῶ προτήτερα τόν ἀκούσαμε νά λέγη: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλειπες;», τώρα λέγει: «Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεμαι τό πνεῦμά μου». Κι αὐτό γιατί τότε προσωρινά ἦταν ἐγκαταλελειμμένος ἀπό τόν Θεό Πατέρα, ἐνῶ τώρα καί πάντοτε ἀνήκει στήν κοινωνία τοῦ οὐρανίου Πατέρα. Εἶναι ἀληθινά υἱός τοῦ Θεοῦ καί δέν παύει νά τό διακηρύττη ὡς τήν τελευταία στιγμή τῆς ζωῆς Του, ἔστω καί ἡ ἀλήθεια αὐτή νά τοῦ στοιχίζη τήν ἀνθρώπινη ζωή Του. Εἶναι ἀπόλυτος Κύριος τῆς ψυχῆς του, πού ἐλεύθερα κι ὅπως θέλει τήν παραδίνει στόν Πατέρα Του, γιατί σ’ Αὐτόν ἔχει ἀπεριόριστη ἀγάπη καί φθαστή ἐμπιστοσύνη.

Ὁ Λυτρωτής ἔδωσε ὅλο τό αἷμα γιά τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, ἕνα μόνο Τοῦ μένει ἡ ψυχή του, πού ἦταν τό ἀριστούργημα τῆς θείας ἀγάπης καί παντοδυναμίας, κι αὐτή τήν προσφέρει στόν Θεό, γιά νά τήν φυλάξη ὡς τή στιγμή, πού ἔνδοξα θά ἀναστηνόταν.

Βέβαια ὁ Ἰησοῦς δέν εἶχε ἀνάγκη νά κάνει τέτοια ἐπίκλησι καί προσφορά ἦταν Θεός, ἀλλά μεταχειρίζεται τέτοιες ἐκφράσεις, πού νά μείνουν καί σέ μένα ὑποδείγματα προσευχῆς.

Τά τελευταῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ ἄς εἶναι καί δικά μου λόγια, ὅταν θά μέ περιλούση ὁ κρύος ἱδρώτας τῆς ἀγωνίας τοῦ θανάτου καί πλησιάση ἡ ὥρα ν’ ἀφήσω τά πρόσκαιρα γιά τά αἰώνια, τόν τάφο γιά τήν ἀνάστασι.

VII

Mία τελευταία φράσις μένει ἀκόμα γιά νά συμπληρωθεῖ ὁ Ἱερός ἑπτάλογος. Κι αὐτή εἶναι σύντομη. Ἀποτελεῖται ἀπό μιά μόνο λέξι. Λέξι γεμάτη γενναιότητα καί μεγαλεῖο, πού συνεκίνησε τόσο βαθιά τόν ἑκατόνταρχο, ὥστε τόν ἔκανε νά πιστέψει στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτή τή λέξι τήν ἀναφέριει μόνο ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, πού ἦταν κι αὐτόπτης μάρτυς.

«Τετέλεσται» (19, 30) ἦταν ἡ τελευταία λέξις τοῦ Μεγαλομάρτυρος Λυτρωτοῦ, πού παρέδωε τό πνεῦμά Του. «Τετέλεσται» ἦταν λέξις θριάμβου καί ἰαχή νίκης.

Ὅπως, ὅταν γιά πρώτη φορά στήν πλάσι τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ Θεός εἶδε τά ἔργα, πού βγῆκαν ἀπό τά χέρια Του πιστοποίησε ὅτι πραγματικά ὅλα ἦταν καλά, ἔτσι καί προτοῦ ὁ Ἰησοῦς ἀφήσει τή γῆ βλέπει ὅτι ἐξεπλήρωσε τόν προορισμό Του καί ἀναφωνεῖ τό «τετέλεσται».

Τί τελείωσε ὁ Χριστός; Ὅ,τι Τοῦ εἶχε ἀναθέσει ὁ οὐράνιός Του Πατέρας. Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μαρτυρήση γιά τήν ἀλήθεια, κατέβηκε στή γῆ νά κάνη τό θέλημα τοῦ Πατέρα Του καί νά ἀπολυτρώση τόν κόσμο μέ τό πολύτιμο αἷμα Του. Τώρα ἡ ἀποστολή Του τελείωσε. Δέν ἔμεινε οὔτε μιά προφητεία ἀνεκπλήρωτη. Ἀπό δέκα ὀκτώ ὧρες στό πρόσωπό Του ἐπαληθεύουν κατά γράμμα ὅλες οἱ προφητεῖες τοῦ Ἡσαΐα καί τῶν ἄλλων μεγάλων προφητῶν. Ἐδόξασε τόν Πατέρα Του, ἐγνώρισε τό ὄνομά Του στούς ἀνθρώπους, ἔρριξε τό μικρό κόκκο τοῦ συνάπεως στή γῆ γιά νά φυτρώση καί νά γίνη μεγάλο δένδρο καί τώρα θριαμευτικά φωνάζει: «Τετέλεσται». Σά νά ἔλεγε: «Πατέρα ἅγιε, ἦλθα στόν κόσμο γιά νά ἐκπληρώσω τό θέλημά Σου, τώρα εἶμαι στήν εὐχάριστη θέσι νά διαλαλήσω ὅτι ἐξεπλήρωσα ὅ,τι Σύ ἤθελες».

«Τετέλεσται» δέν εἶναι μόνο λέξις, πού ἐκφράζει θρίαμβο, ἀλλά καί παράκλησι. Σά νά ἔλεγε· «Τελείωσα τό ἔργο μου καί τώρα μοῦ ἀπομένει ἡ δόξα στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Πόσο θαυμαστά εἶναι καί τά ἑπτά τελευταῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ. Πόση ἀντίθεσις πρός τά τελευταῖα λόγια τῶν πνευμάτων, πού οἱ ἄνθρωποι θεωροῦν μεγάλα! Ἐκεῖ ὁ τρόμος, ἡ ἀπαγοήτευσις, ὁ θάνατος, ἐδῶ ἡ μεγαλοψυχία, ἡ σταθερότης, ἡ ἀνάστασις.

Τετέλεσται». Ἀναπαύου, θεῖε Μυσταγωγέ, στή δόξα τοῦ Οὐρανοῦ. Τό ἔργο σου τελείωσε. Ἡ βασιλεία σου θεμελιώθηκε. Ἀπό τό κορύφωμα τῆς δόξης σου ἐπισκόπει τό ἀπολυτρωτικό σου ἔργο. Μέ τά στίγματα τοῦ πάθους Σου ἀπέκτησες νέα δόξα. Χιλιάδες χιλιάδων ψυχῶν θά σ’ ἀκολουθήσουν, θά σέ δοξάσουν, θά μιμηθοῦν τά παραδείγματά σου, θά σοῦ ἀφιερώσουν τή ζωή τους. Στή γῆ πέρασες φτωχός, περιφρονημένος, τώρα ὅμως εἶσαι ὁ μαγνητικός πόλος τῶν ψυχῶν. Εἶσαι τέλειος νικητής τοῦ θανάτου. Ἀναπαύου, Θεῖε Ἐσταυρωμένε, ἔνδοξε κατακτητά τῆς ψυχῆς μου, στόν τρισένδοξο θρόνο, πού ἀπέκτησες μέ τά παθήματά σου. Θεῖε Λυτρωτά, μοναδική της ψυχῆς μου παρηγοριά, ἀξίωσέ με, στό τέλος τῆς ζωῆς μου, νά μπορέσω νά πῶ κι ἐγώ μέ ὅλη τή βεβαιότητα τό «τετέλεσται» καί νά κατορθώσω νά δῶ τίς ἔνδοξες πληγές σου, ἀνάμεσα στή δόξα καί στόν ἀκατάλυτο θρίαμβο, πού ἀπέκτησες μέ τό σταυρικό σου θάνατο. Ἀμήν.

πηγή

Αφήστε μια απάντηση